Ἀρχικὴ σελίς / ἱστορία / Ἰούλιος / 20 Ἰουλίου / 20 Ἰουλίου 1792. Ὁ Ἀλῆ πασσᾶς γελοιοποιεῖται στὸ Σοῦλλι…

20 Ἰουλίου 1792. Ὁ Ἀλῆ πασσᾶς γελοιοποιεῖται στὸ Σοῦλλι…

20 Ἰουλίου 1792. Ὁ Ἀλῆ πασσᾶς γελοιοποιεῖται στὸ Σοῦλι... Ἀλῆ πασσᾶς, ὁ Τεπελενλῆς, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία στὴν Ἤπειρο, (τὸ 1788 ἄρπαξε κυριολεκτικῶς τὸ πασσαλίκι τῶν Ἰωαννίνων) στόχευε στὴν ἀπόλυτο ἀρχή. Δὲν ἤθελε καμμία φωνὴ νὰ τοῦ ἀντιμιλᾶ καὶ κανένα ὅπλο νὰ τὸν ἀντιμάχεται. Ἄλλοτε ἀστραπιαίως κι ἄλλοτε σιγὰ σιγά, συνήθως μὲ πολὺ δόλο,  κατάφερε νὰ ξεῤῥιζώσῃ πληθυσμοὺς καὶ πληθυσμούς, ποὺ αἰῶνες διαβιοῦσαν σὲ αὐτὲς τὶς περιοχές. Τὰ συνήθη ἐργαλεῖα του ἡ πονηρεία, ἡ συκοφαντία καὶ ἡ προσωπική του δέσμευσις σε κάθε του στόχο. Ὑπῆρξαν περιπτώσεις ποὺ χρειάστηκαν ὁλόκληρες δεκαετίες, πρὸ κειμένου νὰ ὁλοκληρώσῃ τὰ σχέδιά του, ἀλλὰ τὰ ὁλοκλήρωσε.
Ὁ Ἀλῆ πασσᾶς ἦταν περίεργο κράμμα ἠθικῆς. Ἄν καὶ ἦταν ἀπολύτως τίμιος, δίκαιος καὶ ἠθικὸς σὲ ὅλα ὅσα ἀφοροῦσαν στὶς πράξεις τῶν ἄλλων, μὲ  τὸν ἑαυτόν του, ἦσαν ὅλα διαφορετικά. Τοῦ ἐπέτρεπε κάθε ἀκρότητα, ἀνομία, σφαγή, ἀδικία, ψεῦδος, καταστροφή…
Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμπόδιζε νὰ χρησιμοποιῇ, ἀναλόγως τῶν συνθηκῶν, τοὺς ἐχθρούς του, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἄλλους ἐχθρούς. Οὔτε τὸν ἐμπόδιζε στὸ νὰ ἐκτιμᾶ, καὶ κάποιες φορὲς νὰ τιμᾷ, πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του, γιὰ τὴν ἀνδρεία τους καὶ τὴν παλληκαριά. Τιμοῦσε καὶ σεβόταν αὐτὰ τὰ δύο χαρακτηριστικὰ στὸν πολεμιστή.

Τὸ βασίλειό του ἁπλώθηκε, μέσα σὲ λίγα χρόνια, ἀπὸ τὴν Βόρειο Ἤπειρο καὶ τὴν Βαρδάρσκα (Σκόπια) ἔως τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Πελοπόννησο. Συνεπῶς, ἐφ΄ ὅσον οἱ Σουλλιῶτες, κι ἀργότερα οἱ κλέφτες καὶ οἱ ἀρματωλοί, σχημάτιζαν ἑστίες ἀντιστάσεως στὴν παντοδυναμία του, ἐντὸς τῶν περιοχῶν ποὺ κατεῖχε, ἦταν προδιαγεγραμμένη ἡ πορεία τους πρὸς τὸν ἀφανισμό.
Μάλλιστα  τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ἀρματωλοὺς τοὺς στρατολόγησε γιὰ νὰ καθυποτάξῃ τοὺς Σουλλιῶτες, ὅπως ἀργότερα χρησιμοποίησε τοὺς Σουλλιῶτες γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὶς σουλτανικὲς δυνάμεις ποὺ τὸν πολιορκοῦσαν.

Τὸ Σοῦλλι, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ ἀνέλαβε πασσᾶς στὰ Ἰωάννινα, ἔγινε στόχος του. Ἀδυνατοῦσε ὅμως, δίχως τὴν συγκατάθεσι τοῦ σουλτάνου, νὰ τὸ πολιορκήσῃ. Τελικῶς, μοιράζοντας πολὺ χρῆμα καὶ χρησιμοποιῶντας τοὺς τρεῖς χιλιάδες, ἀπὸ τοὺς πιστούς του Ἀλβανούς, γιὰ νὰ παρενοχλοῦν περιοχὲς μέσα στὴν Ἤπειρο, ῥίχνοντας τὰ βάρη τῶν ἐπιδρομῶν τεχνηέντως στοὺς Σουλλιῶτες, κατάφερε νὰ στρέψῃ τὸ βλέμμα τοῦ σουλτάνου στὸ Σοῦλλι καὶ νὰ ὑφαρπάξῃ τὴν ἔγκρισί του γιὰ τὴν ἐκστρατεία.

Οἱ προετοιμασίες του στὴν ἀρχὴ μυστικές. Πολὺ μυστικές. Ὅταν ὅμως πλέον συνεκέντρωσε δέκα χιλιάδες στρατό, δὲν ἦταν εὔκολο νὰ τὸν κρύψῃ καὶ ἄρχισε νὰ διαδίδη παντοῦ πὼς στοχεύει νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τοῦ Ἰμπραῆμ πασσᾶ στὸ Δέλβινο καὶ στὸ Ἀργυρόκαστρο, ἔν ᾦ στὴν πραγματικότητα μεριμνοῦσε νὰ συμπεθερεύσῃ μαζύ του.

Τί ἦταν τό Σοῦλλι ὅμως;
Ἐκείνην τὴν περίοδο μόλις εἶχε λήξῃ ἕνας ἀκόμη ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος. Ἕνας πόλεμος ποὺ πάλι εἶχε δώσῃ ἐλπίδες στοὺς ὑποδούλους λαοὺς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.
Λάμπρος Κατσώνης, ὁ Ἀνδρίτσος, ἀλλὰ κι ἄλλοι, πρὶν ἤ καὶ συγχρόνως μὲ αὐτούς, ὅπως ὁ Κατσαντώνης, ὁ Χασιώτης, ὁ Λεπενιώτης, ὁ Νικοτσάρας ἤδη κρατοῦσαν τὶς ἐπαρχίες τους ἐλεύθερες ἀπὸ κάθε μορφῆς σκλαβιᾶ. Ὁ ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος ὅμως ἔδιδε ἄλλον ἀέρα στοὺς ἐλευθέρους αὐτοὺς Ἕλληνες.
Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἀντάρα οἱ Σουλλιῶτες εἶχαν ἤδη ἐμπλακῆ σὲ ὀκτὼ πολέμους, μὲ τοὺς μπέηδες καὶ τοὺς ἀγάδες τῆς Ἠπείρου, ἔως τῆς στιγμῆς ποὺ ἔστρεψε τὸ βλέμμα του ὁ Ἀλῆ πασσᾶς ἐπάνω τους, καὶ πάντα ἔβγαιναν κινητὲς ἀπὸ αὐτούς. Ἀποτέλεσμα βέβαια αὐτῆς τῆς στάσεῶς τους ἦταν ὁ ταὐτόχρονος σεβασμός, ὁ φόβος ἀλλὰ καὶ τὸ μίσος ποὺ ἔνοιωθαν γιὰ αὐτοὺς ὅλοι οἱ Τουρκαλβανοί.

Ὁ Λάμπρος Κατσώνης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθῃ σὲ έπαφὴ μὲ τοὺς Σουλιῶτες, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους ὁπλαρχηγούς, εἶχε ἀνοίξῃ δίοδο ἐπικοινωνίας ἀνάμεσα στὴν Ῥωσσία καὶ τὸ Σοῦλι.
Τοῦσιας Μπότσαρης μάλλιστα, νικητὴς στὴν περίφημη μονομαχία μὲ τὸν ἀρχηγὸ τῶν Λιάπηδων, Μουσλῆ Γκιουλέκα, τὸ 1792, ἐπὶ κεφαλῆς ἀντιπροσωπίας ἀρκετῶν ὁπλαρχηγῶν, ἄν κι ἀρκετὰ νέος,  εἶχε  ἐπισκεφθῇ τὴν Αἰκατερίνη,  ἡ ὁποία τοῦ ἐδώρισε, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, μίαν σημαία. Αὐτὴ ἡ σημαία ἔμεινε στὴν κατοχὴ τῶν Μποτσαραίων καθ’ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἐπαναστάσεως καὶ φυσικὰ ἀνέμισε ἐλεύθερα καὶ στὸ Μεσολόγγι.
Ὁ Ἀλη πασσᾶς τὰ ἐγνώριζε αὐτά, τὰ ὁποῖα φυσικὰ κοινοποίησε στὸν σουλτάνο, γιὰ νὰ λάβῃ τὴν πολυπόθητο ἄδεια τῆς ἐκστρατείας του.

Ἐπισήμως οἱ ἐχθρικές του κινήσεις κατὰ τοῦ Σουλλίου ξεκίνησαν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1792, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἀπὸ ἀρχῆς λήψεως τῆς ἐξουσίας τῶν Ἰωαννίνων  πάντα λοξοκυττοῦσε πρὸς τὸ Σοῦλλι. Ὁ Ἀλῆς εἶχε προετοιμασθῆ πολὺ καλὰ γιὰ τὴν ἐπίθεσι κατὰ τοῦ Σουλλίου.
Δέκα χιλιάδες στρατὸ ἔστειλε μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ὁμὲρ Βρυώνη. Ὅταν οἱ ἑτοιμασίες τοῦ Ἀλῆ ὁλοκληρώθησαν, στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1792, ἔστειλε μίαν παραπλανητικὴ ἐπιστολὴ στοὺς Σουλλιῶτες, μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς καλοῦσε νὰ τρέξουν γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν σὲ κάποιαν πολεμική του ἀνάγκη. (1)

Οἱ Σουλλιῶτες ἦλθαν σὲ δύσκολη θέσιν.
Ἀφ΄ ἑνὸς γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθοῦν σὲ κίνδυνο, ἀφ΄ ἑτέρου γιὰ νὰ μὴν τοῦ δόσουν δικαίωμα, ἔστειλαν μόνον ἑβδομήντα παλληκάρια, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Λάμπρος Τζαβέλλας καὶ ὁ υἱός του ὁ Φῶτος Τζαβέλλας.  Αὐτοὺς βέβαια τοὺς ἑβδομήντα ἀνδρείους, πρὸ κειμένου νὰ τοὺς συλλάβῃ ὁ Ἀλῆς, πάλι δόλο ἐχρησιμοποίησε. Τελικῶς κατάφερε νὰ τοὺς κλείσῃ στὶς φυλακές του, ἄν καὶ σκοτώθηκαν στὴν συμπλοκὴ δύο, ἀλλὰ ὄχι νὰ τοὺς ὑποτάξῃ. Κατάφερε ὅμως νὰ διαφύγῃ μόνον ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήντα, πέφτοντας μέσα σὲ ἕνα ποτάμι, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν σειρά του ἐνημέρωσε τοὺς Σουλλιῶτες γιὰ τὴν παγίδα. Ἀποτέλεσμα φυσικὰ αὐτοῦ τοῦ …«ἀτυχήματος» ἦταν νὰ περιμένουν ἅπαντες μὲ τὸ καριοφύλλι στὸ χέρι.

Τὴν ἐπομένη τῆς ἐνέδρας, κι ἐνᾦ οἱ ἑξήντα ἑπτὰ Σουλιῶτες ἦσαν ἁλυσοδεμένοι στὰ κάτεργα,  καλεῖ ὁ Ἀλῆς τὸν Λάμπρο Τζαβέλλα γιὰ νὰ τοῦ προτείνῃ νὰ μεσολαβήσῃ στοὺς συμπατριῶτες του. Ὁ Τζαβέλλας ἄκουσε προσεκτικὰ τὰ ὅσα ἐζήτησε ὁ πασσᾶς καὶ τελικῶς ἐδέχθῃ. Ἄλλως τὲ ὁ Ἀλῆς κρατοῦσε, μεταξὺ τῶν αἰχμαλώτων του, καὶ τὸν υἱὸ τοῦ Λάμπρου, τὸν Φῶτο (2).
Ἐπιστρέφοντας ὅμως στὸ Σοῦλλι ὁ Λάμπρος ἀνήγκειλε στοὺς συμπατριῶτες του πὼς πρέπει νὰ θεωρηθοῦν νεκροὶ οἱ συλληφθέντες καὶ φυσικὰ ἔστειλε μία θαυμασία ἐπιστολή-ἀπάντησιν στὸν τύραννο. (3)

Καὶ πράγματι, ὁ Ἀλῆς τὴν ἰδίαν ἡμέρα, ποὺ συνέλαβε τοὺς πολεμιστές, διέταξε ἄμεσον ἐκστρατεία κατὰ τοῦ Σουλλίου. Φθάνοντας ὅμως ἐκεῖ διεπίστωσαν οἱ δικοί του πὼς ἀπέτυχε ὁ αἰφνιδιασμός τους, διότι ὁ Σουλλιώτης ποὺ εἶχε διαφύγῃ κατάφερε καὶ εἰδοποίησε τοὺς συμπατριῶτες του.
Ἐστρατοπέδευσαν λοιπὸν στὰ γύρω ὑψώματα κι ὁ Ἀλῆ πασσᾶς ἔπιασε νὰ φανατίζῃ τὸ στράτευμά του, γιὰ τὴν ἐπερχομένη ἐπίθεσιν.

 

Στὸ μεταξὺ οἱ Σουλλιῶτες ἀπεφάσισαν νὰ ἀφήσουν τὰ σπίτια τους καὶ νὰ ἀποτραβηχθοῦν στὰ ὑψώματα καὶ στὰ βράχια, δυτικὰ τῆς Κιάφας. Μετέφεραν τὰ γυναικόπαιδα, καθῶς καὶ κάποια ἀναγκαῖα στὰ ὑψώματα, καὶ σκορπίστηκαν στὰ σημεῖα ἀμύνης ποὺ εἶχαν προαποφασίσῃ. Ἕνα τμῆμα τῆς δυνάμεώς τους, μὲ τετρακοσίους πολεμιστές, κι ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Γιώργη Μπότσαρη, κρύφτηκε πίσω ἀπὸ μεγάλη συστάδα βράχων καὶ περίμενε ὑπομονετικῶς.
Ἀκόμη ἑξακόσιοι Σουλλιῶτες περίμεναν πανέτοιμοι, προστατευμένοι πίσω ἀπὸ βράχια, μὲ στόχο, μετὰ τὶς πρῶτες συγκρούσεις νὰ ἀποτραβηχθοῦν κι αὐτοὶ πρὸς τὴν Κιάφα.
Συνολικὰ τρεῖς χιλιάδες ἄνδρες εἶχαν ὁριστῇ καὶ σκορπιστῇ σὲ διαφορετικὰ σημεῖα.

Ὁ Ἀλῆς, μὲ μόλις τετρακοσίους Ἀρβανῖτες γιὰ νὰ τὸν προστατεύουν, ἀνέβηκε στὸ ὕψωμα Βιρτζάχα γιὰ νὰ καμαρώσῃ-ὡς ἄλλος Ξέρξης, ὅπως γράφει ὁ Μπενέκος- τὴν ἐπέλασιν τῶν στρατευμάτων του. Οἱ Σουλιῶτες τὸ ἔμαθαν κι ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιτεθοῦν νύκτα γιὰ νὰ τελειώνουν μαζύ του. Ὅμως ἐνημερώθηκε ἀπὸ κάποιον προδότη κι ἄλλαξε θέσιν τὴν τελευταία στιγμή.  Καὶ πράγματι, οἱ Σουλλιῶτες ὅρμηξαν! Ἴσα ὅμως ποὺ πρόλαβε νὰ διαφύγῃ… Βρῆκαν μόνον τὴν σκηνή του καὶ τὰ προσωπικά του ἀντικείμενα. (4)

Ἡ πρώτη ἄμυνα, τῶν ἑξακοσίων Σουλλιωτῶν, ἄν καὶ γερή, δὲν ἦταν ἱκανὴ νὰ ἀνακόψῃ τόσο μεγάλο ἀριθμὸ ἐχθρῶν. Ἄλλως τὲ στόχος δὲν ἦταν νὰ κρατήσουν τὸν συνολικὸ ὄγκο τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ νὰ παρασύρουν τὸν ἐχθρὸ πρὸς τὴν Κιάφα. Ξεκίνησαν λοιπὸν  νὰ ὑποχωρήσουν σιγὰ σιγὰ ὅλοι οἱ πολεμιστές. ἀπολύτως ὀργανωμένα, πρὸς τὴν Κιάφα. Πάντα πυροβολῶντας οἱ Σουλλιῶτες σιγὰ σιγὰ ὑποχωροῦσαν ἀφήνοντας χῶρο καὶ δρόμο ἐλεύθερο στοὺς Ἀρβανίτες νὰ πατήσουν στὸ Σοῦλλι. Ὁ Ἀλῆς πανευτυχής… Τὸ Σοῦλλι πατήθηκε… Ὁ Ἀλῆς πανηγύριζε ἤδη…

Ἀκολουθοῦσε τόσο εὔκολα πιὰ τὸ Ἀβαρῖκο, ἡ Σαμονίβα καὶ φυσικὰ οἱ ἄνδρες του πλησίαζαν ἤδη στὴν Κιάφα… Οἱ Σουλλιῶτες ὑποχωροῦν κι ἄλλο, πάντα ἀργὰ ἀργά, ἀλλὰ σταθερὰ πρὸς τὴν Κιάφα… Ὅλα ἔδειχναν πὼς ὁ Ἀλῆ πασσᾶς κατέλαβε τὸ τετραχώρι τοῦ Σουλλίου πολὺ εὔκολα καὶ σὲ λίγο, σὲ πολὺ λίγο, θὰ εἶχε ἀφανίση τοὺς ἐχθρούς του… Ὅταν πιὰ οἱ Ἀρβανίτες εἶχαν πλησιάση σὲ ἀπόστασιν μόλις δέκα βημάτων, ἀπὸ τοὺς Σουλλιῶτες τῆς Κιάφας, οἱ Σουλλιῶτες πυροβολοῦν ὅλοι μαζύ, καὶ αὐτοὶ ποὺ εἶχαν ὑποχωρήση ἀλλὰ καὶ μεγάλο τμῆμα αὐτῶν ποὺ περίμεναν στὴν Κιάφα, πλὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ Μπότσαρη… Οἱ πυροβολισμοὶ ἀσταμάτητοι… Ἕνας γεμίζει κι ἔνας πυροβολεῖ…

Οἱ ἐπιθέσεις τῶν Ἀρβανιτῶν διαδέχοντο ἡ μία τὴν ἄλλην ἀλλὰ μεγαλώνει ὁ σωρὸς τῶν νεκρῶν τους…
Γιὰ τέσσερις ὁλόκληρες ὧρες τὰ ὅπλα ἠχοῦσαν διαρκῶς… Μεσημέριασε καὶ ἡ ζέστη ἀφόρητη… Ἀχρηστεύθηκαν τὰ ὅπλα… Λίγη ἀνάπαυλα γιὰ νὰ ξαναδουλέψουν χρειάζονταν…
Οἱ πυροβολισμοὶ ἔπαυσαν γιὰ λίγην ὧρα, πρὸ κειμένου νὰ πάρουν ἀνάσα οἱ πολέμιοι…
Μὰ ἡ σιωπὴ ποὺ ἀκολουθεῖ τρομάζει τὶς Σουλλιώτισσες, ποὺ πίστεψαν, γιὰ μίαν στιγμή, πὼς οἱ ἄνδρες νικήθησαν…  Σηκώνεται ἡ Μόσχω Τζαβέλλα, ἡ γυναίκα τοῦ Λάμπρου, καὶ φωνάζει: «Γυναῖκες, πάει τὸ Σοῦλλι. Πᾶν τὰ παιδιά μας! ὅλους τοὺς ἔσφαξαν τὰ σκυλιά! Τί καρτεροῦμε; Ἐμπρός! Ἐπάνω τους!!! Ἐπάνω τους!!!»

Τριακόσιες περίπου γυναῖκες ὅρμηξαν δίχως δευτέρα σκέψι…  Πρώτη ἡ Μόσχω κι ἀπὸ πίσω ὅλες οἱ ἄλλες…
Καθῶς κατηφόριζαν εἶδαν τοὺς ἄντρες τους, ἀλλὰ ἡ ὁρμή τους ἦταν τόση ποὺ δὲν εἶχε τρόπο νὰ τὴν ἀνακόψῃ κάποιος. Περίπου τριακόσιοι Σουλλιῶτες ἐνώνονται μὲ τὶς γυναῖκες κι ὁρμοῦν κατὰ τῶν τουρκαλβανῶν… Ἀπερίγραπτον τὸ σκηνικό!!! Σπαθιά, πέτρες, ξύλα, κραυγές… Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁρμοῦν, ἀπὸ τὰ πλάγια αὐτὴν τὴν φορά, οἱ τετρακόσιοι ἄνδρες τοῦ Γιώργη Μπότσαρη.
Οἱ Ἀρβανῖτες τρομάζουν… Τὰ χάνουν… Λίγες προσπάθειες ἀντιστάσεως ποὺ ὅμως κόπηκαν ἀπὸ τὰ σπαθιά.. Ἀρχίζουν νὰ τρέχουν γιὰ νὰ σωθοῦν… Καὶ πίσω τους γυναῖκες νὰ τοὺς θερίζουν…

Ὁ Ἀλῆς τσακίστηκε νὰ ἐξαφανισθῇ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ στὰ Ἰωάννινα. Δύο ἄλογα ἔσκασε γιὰ νὰ σωθῇ…

Ἦταν ἡ 20η Ἰουλίου τοῦ 1792,

Κάποιοι Ἀρβανῖτες ὅμως, ποὺ δὲν κατάφεραν νὰ διαφύγουν, κλείστηκαν στὶς οἰκίες τοῦ χωριοῦ γιὰ πέντε ἡμέρες, καταφέρνοντας ὅμως, ἐφ΄ ὅσον οἱ Σουλλιῶτες «λοξοκύτταζαν» λίγοι λίγοι τὶς νύκτες νὰ διαφεύγουν… Ἄσκοπον ὅμως διότι λίγο παρὰ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ χωριοῦ τοὺς περίμεναν ἕνα σωρὸ ἄλλοι κίνδυνοι.
Δύο χιλιάδες ἦσαν συνολικὰ οἱ νεκροὶ στρατιῶτες τοῦ Ἀλῆ σὲ αὐτὴν τὴν ἐκστρατεία καὶ ἄγνωστος ὁ ἀριθμὸς τῶν τραυματιῶν τους. Ἀπὸ τοὺς Σουλλιῶτες πάλι μόνον ἑβδομήντα τέσσερις οἱ νεκροὶ καὶ ἐνενῆντα ἑπτὰ οἱ τραυματίες.

Ἡ συνθήκη ποὺ ὑπεγράφῃ, λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ἀξίωνε ἀπὸ τὸν Ἀλῆ νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς φυλακισμένους, νὰ ἐπιστραφοῦν στοὺς Σουλλιῶτες τὰ δικαιώματα ἐκμεταλλεύσεως τῶν χωριῶν ποὺ τοὺς ἅρπαξε ὁ Ἀλῆς, νὰ τοὺς πληρώνῃ ἐτήσιο φόρο καὶ νὰ ἔχουν δικαίωμα ἐλευθέρας διακινήσεως σὲ ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ ποὺ ἦσαν στὴν δικαιοδοσία τοῦ Ἀλῆ.

Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ νίκη τῶν Σουλλιωτῶν ὑπεχρέωσε τὸν Ἀλῆ νὰ μείνῃ μακριὰ ἀπὸ τὰ Σουλλιωτοχώρια  γιὰ ὀκτὼ χρόνια. Φυσικὰ σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ χρονικὸ διάστημα οὐδέποτε ἔπαψε νὰ δολοπλοκῇ ἐναντίον τους. Κατάφερε μάλλιστα νὰ διασπάσῃ τὴν ἐνότητά τους, ἐξαγοράζοντας τοὺς ἀρχηγούς τους, ἕναν ἕναν, ἔως τὸ τέλος…

Φιλονόη.

Πληροφορίες ἀπό:
Ἱστορία τοῦ Σουλίου, Χριστόφορος Πεῤῥαιβός
Ἀπομνημονεύματα πολεμικά, Χριστόφορος Πεῤῥαιβός
Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Σπυρίδων Τρικούπης
Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις, Διονύσιος Κόκκινος
Οἱ Ἀληθινοὶ Σουλιῶτες, Γιάννης Μπενέκος
Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ ΄21, Δημήτριος Φωτιάδης
Τὸ λιοντάρι τῆς Ἠπείρου, Σπύρος Μελᾶς.
Ἱστορία τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ,  Ἀραβαντινὸς Παναγιώτης
Ἐνθυμήματα στρατιωτικά, Κασομούλης Νικόλαος

(1) «Φίλοι μου καπετὰν Βότζαρη καὶ Καπετὰν Τζαβέλλα, ἐγὼ ὁ Ἀλῆ πασσᾶς σᾶς χαιρετῶ καὶ σᾶς φιλῶ τὰ μάτια.
Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ξεύρω πολλὰ καλὰ τὴν ἀνδραγαθίαν σας καὶ παλληκαρίαν σας, μοῦ φαίνεται νὰ ἔχω μεγάλην χρείαν ἀπὸ λόγου σας. Λοιπὸν μὴν κάμητε ἀλλέως, παρακαλῶ, ἀλλ’  εὐθὺς ὅπου λάβητε τὴν γραφήν μου, νὰ μαζώξητε ὅλα σας τὰ παλληκάρια καὶ νὰ ἔλθητε νὰ μὲ εὕρητε διὰ νὰ πάγω νὰ πολεμήσω τοὺς ἐχθρούς μου.
Τούτη εἶναι ἡ ὧρα, καὶ ὁ καιρός, ὅπου ἔχω χρείαν ἀπὸ λόγου σας, καὶ μένω νὰ ἰδῶ τὴν φιλίαν σας καὶ τὴν ἀγάπην σας ὅπου ἔχετε διὰ λόγου μου.
Ὁ λουφές σας θέλει εἶναι διπλοῦς ἀπ’  ὅσον δίδω εἰς τοὺς Ἀρβανίτας, διατὶ καὶ ἡ παλληκαριά σας ξέρω πὼς εἶναι πολλὰ μεγαλήτερη ἀπὸ τὴν ἐδικήν τους. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν πηγαίνω νὰ πολεμήσω πρὶν νὰ ἔλθετε ἐσεῖς, καὶ σᾶς καρτερῶ ὁγλήγορα νὰ ἔλθητε.
Τἄυτα καὶ σᾶς χαιρετῶ.».

(2) Ὁ δὲ Φῶτος Τζαβέλλας, ὅταν ὁ Βελῆς, υἱὸς τοῦ Ἀλῆ τὸν ἀπείλησε μὲ τῶν διὰ φρικτῶν βασανιστηρίων θάνατο, ἀπήντησε: «δὲν σὲ φοβοῦμαι. Ὁ πατήρ μου θέλει πράξει ἀπαραλλάκτως ὡς πρὸς τὸν πατέρα σου, ἤ τὸν ἀδελφόν σου, ἄν τοὺς λάβῃ εἰς χεῖρας του.»

(3) «Άλῆ Πασσᾶ, χαίρομαι ὅπου ἐγέλασα ἕναν δόλιον. Εἶμαι ἐδῶ νὰ διαφεντεύσω τὴν Πατρίδα μου ἐναντίον εἰς ἕναν κλέπτην. Ὁ Υἱός μου θέλει ἀποθάνει, ἐγὼ ὅμως ἀπελπίστως θέλω τὸν ἐκδικήσω πρὶν νὰ ἀποθάνω. Κἄποιοι Τοῦρκοι, καθὼς ἐσύ, θέλουν εἰπῇ, ὅτι εἶμαι ἄσπλαχνος πατέρας μὲ τὸ νὰ θυσιάσω τὸν υἱόν μου, διὰ τὸν ἐδικόν μου λυτρωμόν. Ἀποκρίνομαι, ὅ,τι ἐὰν ἐσὺ πάρῃς τὸ βουνὸν θέλεις σκοτώσει τὸν υἱόν μου μὲ τὸ ἐπίλοιπον τῆς φαμελίας μου, καὶ τοὺς συμπατριώτας μου, τότε δὲν θὰ ἠμπορέσω νὰ ἐκδικήσω τὸν θάνατόν μου, ἀμμὴ ἄν νικήσωμεν, θέλει ἔχω κι ἄλλα παιδία.
Ἡ γυναῖκα μου εἶναι νέα. Ἐὰν ὁ υἱός μου νέος, καθὼς εἶναι, δὲν μένῃ εὐχαριστημένος ν’ ἀποθάνῃ διὰ τὴν πατρίδα του, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ζήσῃ, καὶ νὰ γνωρίζηται ὡς υἱός μου. Προχώρησε λοιπὸν ἄπιστε, εἶμαι ἀνυπόμονος νὰ ἐκδικηθῶ.

Ἐγὼ ὁ ὠμοσμένος ἐχθρός σου
Καπετὰν Λάμπρος Τζαβέλλας»

(Τὴν ἀπάντησι τοῦ Φώτου,  καθὼς καὶ τὶς ἐπιστολές, μᾶς διασώζει ὁ William Eton, ὁ ὁποῖος, κατὰ πῶς φαίνεται, παρίστατο, ὡς πρόσωπον ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἀλῆ…)

(4) Κάποιος Λογοθέτης, γανωματής, ἀπὸ τὰ Κατσανοχώρια, ἐνημέρωσε τὸν Ἀλῆ γιὰ τὶς προθέσεις τῶν Σουλλιωτῶν. Ὡς ἀνταμοιβὴ ὁ Ἀλῆς τὸν κράτησε κοντά του  στὰ Ἰωάννινα.

Ἡ λέξις Σοῦλλι γράφεται ἀπὸ τὸν Πεῤῥαιβὸ μὲ δύο λάμβδα. Τὰ δύο λάμβδα δηλώνουν ἄλλο ἄκουσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ σεβαστῶ. Ἀπεφάσισα λοιπὸν νὰ κρατήσω τὴν δική του ὀρθογραφία, ἐφ΄ ὅσον γνωρίζουμε πὼς αὐτὸς ἔζησε τοὺς Σουλλιῶτες ἀπὸ κοντὰ κι ἔγραψε γιὰ αὐτούς, μὲ ἄλλην ματιά.

φωτογραφία

Σχετικὰ μὲ τὸν συγγραφέα Φιλονόη Πόντου

Ἐλέγξτε ξανά

5 Ἰουλίου 1821. Ἡ ἐπανάστασις φθάνει στὸν Ἀσπροπόταμο.

Τὴν ὥρα ποὺ ὅλη ἡ Πατρίς μας ἐφλέγετο ἀπὸ τὶς μικρὲς ἤ μεγάλες ἑστίες τῆς ...

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: