Ἀρχικὴ σελίς / ἱστορία / Φεβρουάριος / 17 Φεβρουαρίου / 17 Φεβρουαρίου 1914. Ἡ Ἑλληνικὴ Βόρειος Ἤπειρος.

17 Φεβρουαρίου 1914. Ἡ Ἑλληνικὴ Βόρειος Ἤπειρος.

 

17 Φεβρουαρίου 1914. Ἡ Ἑλληνικὴ Βόρειος Ἤπειρος.Βόρειος Ἤπειρος, παρὰ τὴν ἑλληνικότητά της, ἀδυνατοῦσε νὰ συμμετάσχῃ στὸν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ἐφ΄ ὅσον στὰ ἐδάφη της ἐστάθμευoν, λόγῳ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ, ἰσχυρὰ σουλτανικὰ στρατεύματα, γιὰ τὴν πολιορκία τῶν Ἰωαννίνων καὶ τὴν καταστολὴ τῆς ἐξεγέρσεως.
Ἀπὸ τὸ 1854 καὶ μετὰ ὅμως, κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ Ὄθωνος, ἐμφανίζονται σιγὰ σιγὰ σθεναρὲς ἐπαναστάσεις κι ἀντιδράσεις τῶν Ἠπειρωτῶν, ποὺ στόχο εἶχαν νὰ ἀποτινάξουν τὸν τουρκικὸ ζυγό. Ἐπαναστάσεις ὅμως ποὺ κατὰ κύριον λόγο ἔσβησαν, κυρίως λόγῳ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν …«συμμάχων» μας, Ἄγγλων καὶ Γάλλων, ἀλλὰ καὶ Ἰταλῶν καὶ Αὐστριακῶν ἀργότερα, ποὺ μεριμνοῦσαν νὰ στηρίζουν καὶ νὰ ἐνισχύουν τὶς ὀθωμανικὲς δυνάμεις στὴν περιοχή.
Ὅμως οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι ἦσαν γεγονός. Ἡ Ἤπειρος ἦταν Ἑλληνική.

Μετὰ τὴν ἧττα τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἀπὸ τὶς συμμαχικὲς δυνάμεις Ἑλλήνων, Βουλγάρων, Σέρβων (τὸ πέρας τοῦ Α΄ Βαλκανικοῦ Πολέμου) ἀπεφασίσθη, ἀπὸ τοὺς …«συμμάχους» μας ἡ παύσις τῶν ἐχθροπραξιῶν. Οἱ συζητήσεις θὰ γίνονταν στὸ Λονδῖνο.
Ἡ διάσκεψις τῆς εἰρήνης στὸ Λονδῖνον, ποὺ ξεκίνησε στὶς 3 Δεκεμβρίου (16 Δεκεμβρίου) τοῦ 1912, μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία, τὴν σερβικὴ ἀντιπροσωπεία, τὴν ἀντιπροσωπεία τοῦ Μαυροβουνίου καὶ τὴν τουρκικὴ ἀντιπροσωπεία, μὲ στόχο τὴν εἰρήνευσιν στὴν περιοχὴ τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, μετὰ τὸν Α΄ Βαλκανικὸ Πόλεμο, δὲν εἶχε ὁλοκληρωθῆ, ὅταν τὰ Ἰωάννινα περνοῦσαν σὲ ἑλληνικὰ χέρια.
Στὴν ἐν λόγῳ διάσκεψιν, ἄν καὶ τὰ ἑλληνικὰ αἰτήματα, γιὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Βορείου Ἠπείρου ἔπεφταν στὸ κενό, ἐν τούτοις ἤδη ἡ Ἤπειρος ἐθεωρεῖτο ἑλληνικὴ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ πλευρά, ἐφ΄ ὅσον ἡ ἐκεῖ ἐκστρατεία ἦτο νικηφόρος.
Τὴν ἴδια ὥρα ἡ βουλγαρικὴ ἀντιπροσωπεία, στὴν ἐν λόγῳ συνδιάσκεψιν, κέρδιζε ἔδαφος, ὁριστικοποιώντας τὴν Μεγάλη Βουλγαρία, μὲ τὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία καὶ τὴν Δυτικὴ Θράκη στὴν κατοχή της.

Ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν Ἰωαννίνων, κατόπιν σκληρῆς πολιορκίας, τὴν νύκτα τῆς 21ης Φεβρουαρίου (6ης Μαρτίου) πρὸς 22α Φεβρουαρίου (7η Μαρτίου) τοῦ 1913, ἀνεπτέρωσε τὸ ἠθικὸ τῶν Ἠπειρωτῶν γιὰ ἕνωσιν μὲ τὴν Ἑλλάδα. Σημαντικὴ βοήθεια ἔλαβαν οἱ Ἕλληνες ἐπιτελικοὶ (βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, Ἰωάννης Μεταξᾶς καὶ Βίκτωρ Δούσμανης) ἀπὸ τὴν λήψιν τῶν ὀχυρωματικῶν σχεδίων τῶν Τούρκων, γιὰ τὸ Μπιζάνιον, ποὺ τοὺς παρεδόθησαν ἀπὸ τὸν Νικολάκη Ἐφέντη.

Μετὰ τὰ Ἰωάννινα ἀπελευθερώθησαν τὸ Ἀργυρόκαστρον, τὸ Τεπελένιον ἀλλὰ καὶ ἄλλες πόλεις τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἡ προέλασις τῶν Ἑλλήνων διεκόπη αἰφνιδίως λόγῳ, ἐπισήμως, τῆς δολοφονίας τοῦ βασιλέως Γεωργίου στὴν Θεσσαλονίκη, στὶς 18 Μαρτίου τοῦ 1913.
Στὴν πραγματικότητα ὅμως οἱ ἀσφυκτικὲς πιέσεις τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Αὐστριακῶν ἀνέκοψαν τὴν νικηφόρον πορεία τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.

Τὸ ζήτημα τῆς ἑλληνικότητος Βορείου Ἠπείρου, ὅπως ἐπίσης καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, δὲν ἐτέθη πρὸς συζήτησιν, ἀπὸ τοὺς …«συμμάχους» μας, ποὺ στὴν πραγματικότητα αὐτοὶ ἦσαν οἱ μόνοι ποὺ ἐπρότειναν τοὺς ὅρους γιὰ τὴν συνθήκην, ἄν καὶ οἱ ἀντιμαχόμενοι ἦσαν ἄλλοι.
Στὴν συνδιάσκεψιν τοῦ Λονδίνου συνεζητήθησαν τὰ πάντα, πλὴν αὐτῶν ποὺ διεκδικοῦσαν οἱ …σύμμαχοι τῶν «συμμάχων» μας,  ἐφ΄ ὅσον τὰ θεωροῦσαν οἱ «ἐγκέφαλοι»  ὡς μὴ διαπραγματεύσιμα, ἄν καὶ ἤδη ἐδάφη τῆς Ἠπείρου ἀπηλευθερώνοντο ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο, ὅπως καὶ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στόλο.
Κι ὅλα αὐτὰ διότι ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Αὐστρία προσέβλεπαν στὴν Μεγάλη Ἀλβανία, γιὰ τὰ δικά τους ἐπεκτατικὰ σχέδια, ἀλλὰ καὶ στὴν διατήρησιν τῶν Δωδεκανήσων, ὑπὸ ἰταλικὴ κατοχή.

Οἱ συζητήσεις τοῦ Λονδίνου, μεταξὺ ὀθωμανῶν καὶ λαῶν τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, ὑπὸ τὴν ἐπίτιμον προεδρία τοῦ Βρεταννοῦ ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Edward Grey, ἀφῳροῦσαν μεταξὺ ἄλλων καὶ στὰ ἐδάφη τῆς Ἠπείρου, (ἀποκοπὴ τῶν ἐδαφῶν της Ἠπείρου ἀπὸ τὸ ὀθωμανικὸ κράτος, πρὸς σχηματισμὸ τῆς Ἀλβανίας), ἀλλὰ σὲ καμμίαν τῶν περιπτώσεων ἀναγνώρισιν Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας. Τὰ σοβαρὰ προβλήματα, γιὰ τὸ ἀλβανικὸ κράτος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἔως τότε, ἠγείροντο ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας ποὺ ἀξίωναν ἔλεγχο στὴν περιοχὴ καὶ γιὰ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο πίεζαν γιὰ ἀνεξάρτητο ἀλβανικὸ κράτος, ἀλλὰ καὶ γιὰ μείωσιν τῶν σερβικῶν ἐδαφῶν.

Ὑπὸ αὐτὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀσφυξίας γιὰ τὸ Ἀρχιπέλαγος καὶ τὴν Βόρειο Ἤπειρον, κι ἐνᾦ ξεκινᾶ ἤδη ὁ Β΄ Βαλκανικὸς Πόλεμος, κατόπιν τῶν βουλγαρικῶν πιέσεων κατὰ Ἑλλήνων καὶ Σέρβων, ὑπεγράφη συνθήκη εἰρήνης στὶς  17 Μαΐου (30 Μαΐου) τοῦ 1913, ποὺ ὅμως στὴν πράξιν δὲν εἶχε ἰσχύ.
Παραλλήλως, στὸν ἀπόηχο τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου, κατόπιν καὶ τῶν ὑπογραφῶν, οἱ Ἄγγλοι συνειδητοποίησαν πὼς μία μεγάλη Βουλγαρία δὲν τοὺς ἐξυπηρετοῦσε. Ὁμοίως καὶ ἡ Ῥουμανία.
Ἡ δὲ Σερβία συζητοῦσε ἤδη μὲ τὴν Ἑλλάδα γιὰ μίαν ἑλληνοσερβικὴ συμμαχία, ποὺ θὰ ἰσχυροποιοῦσε τὴν ἀντίδρασιν στὶς βουλγαρικὲς ἐπεκτατικὲς βλέψεις.
(Ἡ ἑλληνοσερβικὴ συμμαχία ὑπεγράφη, κατόπιν ἐπίσης ἀσφυκτικῶν – χρονικῶν κυρίως-  πιέσεων, στὶς 19 Μαΐου τοῦ 1913.)
Ἄλλως τὲ ὁ Β’  Βαλκανικὸς Πόλεμος εἶχε ἤδη ξεκινήση, μὲ στόχο τὴν μείωσιν τῶν βουλγαρικῶν ἐδαφῶν, ἀλλὰ καὶ πάλι τὴν ἀπελευθερωθείσα Βόρειο Ἤπειρο ἐκτὸς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας.

Τὴν Συνθήκη τοῦ Λονδίνου ἠκολούθησε ἡ Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου στὶς 10 Αὐγούστου τοῦ 1913, ποὺ ἐπίσης δὲν ἀνεφέρετο στὴν Βόρειο Ἤπειρο καὶ στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου (Λῆμνος, Χίος, Σᾶμος ἦσαν ἤδη ἐλληνικές), ἡ ὁποία μείωνε τὰ βουλγαρικὰ ἐδάφη, ἀλλὰ ἄφηνε ὡς εἶχαν ὅλα τὰ ὑπόλοιπα συμφωνηθέντα, ἀπὸ τὴν Συνθήκη τοῦ Λονδίνου.

Τὰ γεγονότα ὅμως ἦσαν διαφορετικὰ καὶ σαφῶς δὲν ἐδικαίωναν τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων.
Τῆς πτώσεως τῶν Ἰωαννίνων εἶχαν προηγηθῆ ἡ κατάληψις, ἀπὸ ἀτάκτους ἐθελοντές, ἐνισχυμένους ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς Σπυρίδονα Σπυρομίλιον, τῆς Χειμάῤῥας στὶς 5 Νοεμβρίου (18 Νοεμβρίου) τοῦ 1912 καὶ τῆς Κορυτσᾶς στὶς 7 Δεκεμβρίου (20 Δεκεμβρίου) τοῦ 1912. Μαζὺ μὲ τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ τὸ Τεπελένι ἡ Βόρειος Ἤπειρος ἐθεωρεῖτο, βάσει κατακτήσεως, ἑλληνική.
Οἱ …«σύμμαχοί» μας ὅμως ἄλλα εἶχαν κατὰ νοῦ.
Ἀνεκοίνωσαν στὴν ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπία τὴν ἵδρυσιν ἀλβανικοῦ κράτους, μὲ κριτήριον τὴν γλῶσσα κι ὄχι τὴν ἐθνικὴ συνείδησιν, ὅπως καὶ τὴν παραμονὴ τῆς Μεγίστης (Καστελλόριζον), τῆς Ἴμβρου καὶ τῆς Τενέδου στὴν Τουρκία.
Καὶ ξεκίνησαν οἱ πιέσεις πρὸς τὴν ἑλληνικὴ πλευρὰ γιὰ ἐκκένωσιν τῆς Ἠπείρου, ἀπὸ Ἰταλοὺς καὶ Αὐστριακούς, καθὼς κι ἀπὸ τοὺς λοιποὺς …«συμμάχους» μας.
Ἴδιες πιέσεις ἐδέχθησαν τὸ Μαυροβούνιον καὶ ἡ Σερβία.
Στὶς 4 Δεκεμβρίου (17 Δεκεμβρίου) τοῦ 1913 ὑπεγράφη πρωτόκολλον δημιουργίας ἀλβανικοῦ κράτους, συμπεριλαμβανομένης τῆς Βορείου Ἠπείρου (συμπεριλαμβανομένης τῆς Κορυτσᾶς καὶ τοῦ Ἀργυροκάστρου) καὶ τῆς νήσου Σάσσωνος, μὲ ἀντάλλαγμα τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου.

Οἱ Βορειοηπειρῶτες ὅμως; Δέν εἶχαν λόγο;
Στὶς 17 Φεβρουαρίου τοῦ 1914 οἱ Βορειοηπειρῶτες, ἀρνούμενοι τοῦ καθεστῶτος ποὺ ἐπεβλήθη, βάσει οἰκονομικῶν καὶ μόνον συμφερόντων κι ὄχι διεθνοῦς δικαίου, ἀνεκήρυξαν τὴν Αὐτόνομη Βόρειο Ἤπειρο, ἐγκαθιστώντας προσωρινὴ κυβέρνησιν* στὸ Ἀργυρόκαστρον.
Οἱ Ἀλβανοὶ ἐπεχείρησαν στρατιωτικῶς κατὰ τῶν Βορειοηπειρωτῶν, ἀλλὰ ἡττήθησαν.
Κατόπιν τούτου ξεκίνησαν νέες διαπραγματεύσεις, ποὺ κατέληξαν στὴν συμφωνία τῆς Κερκύρας, τὴν 4ην Μαΐου (17ην Μαΐου) τοῦ 1914, ποὺ μεταγενεστέρως οἱ ὅροι της ἐνεκρίθησαν καὶ ἀπὸ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις.

Συμφωνία τῆς Κερκύρας προσέδιδε αὐτονομία στὴν Βόρειο Ἤπειρο. Στὸ μεταξὺ ἐκηρύχθη ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος κι ἐζητήθη ἀπὸ τοὺς …«συμμάχους» μας νὰ καταληφθῇ ἐκ νέου ἡ Βόρειος Ἤπειρος ἀπὸ ἑλληνικὲς δυνάμεις, γιὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ πιθανὲς ἐπιθετικὲς κινήσεις τῆς Αὐστρίας.
Στὶς ἐκλογὲς τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1915 συμμετεῖχαν μάλιστα βουλευτὲς ἐκ τοῦ Ἀργυροκάστρου καὶ τῆς Κορυτσᾶς.

Ἐφ΄ ὅσον ὅμως ἠ Ἰταλία προσεχώρησε στὴν συμμαχία τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ἡ Ἑλλὰς ὑπεχρεώθη τὸ 1916 νὰ ἐγκαταλείψῃ, γιὰ ἀκόμη μίαν φορά, ἀπελευθερωμένες περιοχές.
Στὶς 8 Ἰουνίου τοῦ 1917, μονομερῶς, ἡ Ἰταλία ἀνεκήρυξε τὸ κράτος τῆς Ἀλβανίας.

Φιλονόη

Πληροφορίες ἀπὸ τὴν «Πολιτικὴ ἱστορία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος» τοῦ Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη.
Georgios_Christakis-Zografos

Σημείωσις

*  Ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις τῆς Βορείου Ἠπείρου ἀποτελεῖτο ἀπὸ τούς:

17 Φεβρουαρίου 1914. Ἡ Ἑλληνικὴ Βόρειος Ἤπειρος.

  •  Γεώργιος Χριστάκης Ζωγράφος, ὡς Πρόεδρος.
    Ὁ Ζωγράφος ἦταν διπλωματικὸς ἀξιωματοῦχος (διετέλεσε ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν) τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως κι ἐστάλη (διῳρίσθη) ἀπὸ τὸν Βενιζέλο στὴν Βόρειο Ἤπειρο, γιὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς κυβερνήσεως, καθὼς καὶ  τὶς διαπραγματεύσεις τῆς Αὐτονόμου Βορείου Ἠπείρου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡγεσία της.
    Ἧλκε καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Ἀργυρόκαστρον.
    Εἶχε κτήματα στὴν Θεσσαλία καὶ ἐξηκολούθησε, μετὰ τὴν «ἱστορικὴ παρένθεσιν» τῆς Αὐτονόμου Βορείου Ἠπείρου, νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν πολιτική.
    Στὶς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 1914 ἀνεκήρυξε τὴν Αὐτόνομο Βόρειο Ἤπειρο, ἕνα κράτος ποὺ τελείωσε ὅταν …φώναξαν οἱ «σύμμαχοί» μας.
    Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἑλλάδα, πρὶν ἀναλάβῃ συστηματικῶς νέες ὑπουργικὲς θέσεις, διετέλεσε Σύμβουλος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης (Δεκέμβριος τοῦ 1914 ἔως καὶ Σεπτέμβριος τοῦ 1917).
    (Στὸ μεσοδιάστημα ὑπῆρξε ἐπίσης ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἀπὸ τὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 1915 ἔως τὶς 10 Αὐγούστου τοῦ 1915.)
    Στὴν Βόρειο Ἤπειρο ὑπάρχει Ζωγράφειον Σχολεῖον, ἱδρυθὲν ἐκ τοῦ πατρός του, Χρηστάκη Ζωγράφο.
  • Καραπᾶνος Ἀλέξανδρος, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν.
    Ἀνεψιὸς τοῦ Γεωργίου Ζωγράφου, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἄρτα.
    Διετέλεσε πρέσβυς καὶ ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος.
    Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκστρατείας τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στὴν Βόρειο Ἤπειρο, ἦτο συνοδός-σύμβουλος.
    Ἐπίσης ἔλαβε ἐντολὴ νὰ συμμετάσχῃ στὴν Αὐτόνομον κυβέρνησιν τῆς Βορείου Ἠπείρου.
    Ἐξηκολούθησε τὴν πολιτική του καριέρα στὴν Ἑλλάδα καὶ ἦταν ὁπαδὸς τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος στὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν …«συμμάχων» μας. (Ἀντάντ-Entente.)
    Ἦταν ὁ ἱδρυτὴς τοῦ «Ἐλευθέρου Βήματος» ποὺ σήμερα γνωρίζουμε ὡς «τὸ βῆμα».
  • Δούλης Δημήτριος, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν.
    Ἧλκε καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Χειμάῤῥα. Ξεκίνησε ὡς χαμηλόβαθμος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπέτυχε νὰ γίνῃ ταγματάρχης, ἔως τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, ἐποχὴ ποὺ παρητήθη ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατὸ γιὰ νὰ ἀναλάβῃ δράσεις στὴν Βόρειο Ἤπειρο.
    Γνώστης τοῦ ἠπειρωτικοῦ ζητήματος, παρέμεινε ἐκεῖ ἔως τὸ τέλος.
    Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἑλλάδα ἐξελέγη βουλευτής.
  • Παρμενίδης Ἰωάννης, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν.
    Ὁ Παρμενίδης ἐμφανίζεται ὡς Ἄγγλος ὑπήκοος στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912, βάσει τηλεγραφήματος (κρυπτογραφήματος) τοῦ Λάμπρου Κορομηλᾶ (πρόξενος Ἑλλάδος στὴν Θεσσαλονίκη).
    (Δὲν ὑπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.)
  • Ἐπίσκοπος Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος (Παπαχρήστου Βασίλειος), ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Θρησκευτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ Ἀργυροκάστρου.
    Ὁ Βασίλειος ἀπελάθη ἀπὸ τὴν Βόρειο Ἤπειρο μὲ τὴν ἐκδίωξιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς, βάσει τῶν ὅσων εἶχαν ὑπογραφῆ, διότι ἐθεωρεῖτο ἀνεπιθύμητος.

Στὸ αὐτόνομον κράτος τῆς Βορείου Ἠπείρου δὲν περιελαμβάνετο, βάσει τῆς προκηρύξεως, ἡ περιοχὴ τῆς Κορυτσᾶς, ἐφ΄ ὅσον ἦτο «ἰταλικὴ περιοχή».
Ἡ προκήρυξις ἀνέφερε «ὁμοφώνως ἀνέδειξεν ἡ γνώμη τοῦ Λαοῦ…», ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ὁμοφώνως ἀνέδειξεν ἡ γνώμη τοῦ Λαοῦ ἦταν ἡ Αὐτονομία κι ὄχι ἡ κυβέρνησις.
Ἐν τούτοις ὅμως δὲν συνέβησαν ἔκτροπα, διότι προεῖχε ἡ ἀναγνώρισις, ποὺ δὲν ἦλθε.

Ἠπειρῶται,
ἡ ἐν Ἀργυροκάστρῳ συνελθούσα Συντακτική Συνέλευσις τῶν ἀντιπροσώπων, οὓς ὁμοφώνως ἀνέδειξεν ἡ γνώμη τοῦ Λαοῦ, ἀνεκύρηξεν τὴν ἵδρυσην τῆς Αὐτονόμου Πολιτείας τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἀποτελεσθησομένη ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν τὰς ὁποίας ἐξαναγκάζεται ὅπως ἐγκαταλίπῃ ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός…

Ἡ Βόρειος Ἤπειρος κηρύσσει τὴν ἀνεξαρτησίαν της καὶ προσκαλεῖ τοὺς πολίτας της ὅπως ὑποβαλλόμενοι εἰς πᾶσαν θυσίαν προασπίσωσιν τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἐδάφους καὶ τὰς ἐλευθερίας της, ἀπὸ πάσης προσβολῆς.

Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις, ὁ Πρόεδρος Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος

 

Ἡ εἰκόνα ἀπὸ τὸν 3ο τόμο, τοῦ παραπάνω βιβλίου, σελὶς 226, ἀπεικονίζει Ἕλληνες νὰ ἐπιχειροῦν στὴν Ἤπειρο, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἀπελευθερωτικῶν ἀγώνων.

εἰκόνα

Σχετικὰ μὲ τὸν συγγραφέα Φιλονόη Πόντου

Ἐλέγξτε ξανά

8 Ἰουλίου 1824. Ἡ μάχη τοῦ Λιδωρικίου.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1824 ὁ σουλτᾶνος ἀποφασίζει νέα ἐκστρατεία κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Διῴρισε ὥς στρατάρχη ...

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: