Ἀρχικὴ σελίς / ἱστορία / Ἰούλιος / 17 Ἰουλίου / 17 Ἰουλίου 1822. Ὁ Κολοκοτρώνης κλείνει τὸν Δράμαλη στὴν «φάκα»!

17 Ἰουλίου 1822. Ὁ Κολοκοτρώνης κλείνει τὸν Δράμαλη στὴν «φάκα»!

Τὸ 1822, ἔτος σοβαρῶν γεγονότων γιὰ τὴν πορεία τῆς Ἐπαναστάσεως, Ἐλεύθερο κράτος δὲν εἴχαμε, ἀλλὰ κυβέρνησιν εἴχαμε. Αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, ποὺ ᾆμα τῇ ἐνάρξει τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐδημιουργήθη ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τῶν Τούρκων κοτζαμπάσηδες, ἐκλήθη νὰ ἀντιδράσῃ στὴν κάθοδο τοῦ Μαχμοῦτ πασσᾶ τῆς Δράμας, (Δράμαλης), ποὺ ἀνενόχλητος, μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Ἰωαννίνων καὶ τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ, κατ’ ἐντολὴν τοῦ σουλτάνου, κατήρχετο στὴν Πελοπόννησο, ἐφ΄ ὅσον κατέπνιξε κάθε διάθεσιν ἐπαναστάσεως στὴν Ἤπειρο, διὰ μέσου Θεσσαλίας καὶ Στερεᾶς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ σβήσῃ κάθε ἐλπίδα τῶν τότε ῥαγιάδων γιὰ ἀπελευθέρωσιν.

Κολοκοτρώνης κι ὁ Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος, φυσικοὶ ἡγέτες τῶν Ἑλλήνων, μαζὺ μὲ τὸν Δημήτριο Ὑψηλάντη, ἐπίσημο ἀπεσταλμένο τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντου, παρέμεναν ὑπολογήσιμοι ἀντίπαλοι (καὶ συνεπῶς ἐμπόδια) γιὰ τοὺς ἐξουσιοδοτημένους ἐκ τῶν τοκογλύφων (ὅπως ἀποδεικνύεται σήμερα, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος) προεστῶν. Στὴν πραγματικότητα παρέμεναν διαρκῶς στὸ στόχαστρόν τους καὶ ἰσχυροτέρα τους ἐπιθυμία παρέμενε ἡ ἐξόντωσίς τους. Μία ἐξόντωσις ποὺ ἦταν ἀδιάφορον γιὰ τοὺς ἀνθέλληνες τῆς ἐποχῆς, τὸ ἐὰν θὰ ἐπέφερε μίαν νέα γενοκτονία κατὰ τῶν ἐπαναστατημένων, ἐφ΄ ὅσον τὸ πρόβλημά τους δὲν ἦταν ἡ Ἐλευθερία ἀλλὰ τὸ νὰ παραμείνῃ ὁ ἔλεγχος στὰ δικά τους, πρόθυμα πάντα, χέρια.
Ἐν τούτοις, ἀκριβῶς γιὰ νὰ παραπλανηθοῦν οἱ Στρατητοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως, εἶχαν τοποθετήσῃ τὸν Πετρόμπεη καὶ τὸν Ὑψηλάντη ἐντὸς τῆς σχηματισθείσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μόνον τυπικῶς, ἐφ  ὅσον οὐσιαστικῶς μεθοδεύετο ἡ ὁριστική τους ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν ἐξουσία.

Μέσα σὲ αὐτὸν τὸν κυκεώνα δολοπλοκιῶν καὶ δολιοφθορῶν ἔλαβε ἐντολὴ ὁ Δράμαλης νὰ σβήσῃ τὴν ἐπανάστασιν μὲ κάθε μέσον. Πρὸς τοῦτον, μὲ τὸ στράτευμά του ποὺ ἀποτελεῖτο ἀπὸ 30.000 ἐμπειροπολέμους Ἀλβανούς, κατήρχετο ἀνεμπόδιστος καὶ ἀτουφέκιστος πρὸς τὴν Πελοπόννησο, ἐνᾦ στὴν διάρκεια τῆς καθόδου του, ΠήλιονἌγραφα καὶ Ἀσπροπόταμος, ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα, γιὰ νὰ σβήσῃ ὁριστικῶς ἐκεῖ κάθε ἐπαναστατικὴ ἑστία,

«…Δέκα ἡμέρες ἐχρειάσθη γιὰ νὰ διασχίσῃ ἀτουφέκιστος ὁ Δράμαλης τὴν ἀπόστασιν μεταξὺ Ἀλαμάνας καὶ Κορίνθου. Μόνον στὴν θέα τέτοιου στρατοῦ ἔτρεχαν πανικόβλητοι οἱ ἄκαπνοι, διῳρισμένοι ἐκ τῆς κυβερνήσεως ὑποτιθέμενοι φύλακες.
Στὶς 7 Ἰουλίου εἰσῆλθε στὸν Ἀκροκόρινθο ὅπου συνεκεντρώθησαν κι ἄλλοι πασσᾶδες, ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα φρούρια τῆς Πελοποννήσου καὶ κάνουν συμβούλιο. Τοῦ προτείνουν νὰ χωρίσῃ τὸ στράτευμά του σὲ τρία τμήματα καὶ νὰ κτυπήσῃ σὲ τρία μέτωπα ταὐτοχρόνως. Ἐκεῖνος ὅμως ἀρνεῖται, διότι πρῶτος αὐτὸ τὸ σχέδιο τὸ ἐνεπνεύσθῃ ὁ Χουρσῆτ πασσᾶς κι ἀποφασίζει νὰ κρατήσῃ ἑνωμένον τὸν στρατό του….

…Ὁ Κολοκοτρώνης ἀν τὶ νὰ φοβηθῇ ξεκίνησε τὴν ἀνασύνταξιν τῶν δυνάμεών του…
Διέθετε δύο χιλιάδες στρατό, τὸν ὁποῖον συντηροῦσε μόνος του. Ἔστειλε στὴν Νεμέα τοὺς χιλίους ἑπτακοσίους ἄνδρες του καὶ κράτησε μόνον τριακοσίους κοντά του ὁδεύοντας γιὰ τὸν Ἀχλαδόκαμπο.
Συναντᾶ στὴν διαδρομὴ τὸν Ῥῆγα Παλαμήδη, ὁ ὁποῖος διέσπειρε ψευδεῖς εἰδήσεις, ἀκόμη καὶ μέσα στὴν Τρίπολι, ἀναφορικῶς μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ Δράμαλη καὶ προσπάθησε νὰ τὸν λογικεύσῃ, κατηγορῶντας τον γιὰ δειλία. Ὁ Παλαμήδης ὅμως ἐξηκολούθησε καὶ μόνον ὅταν ἐπέστρεψαν οἱ παρ’  ὁλίγον ὑπερασπιστὲς τῆς Μεγαρίδος, πρώην σύντροφοί του, βούλωσε τὸ στόμα του καὶ κρύφτηκε στὴν Καλαμάτα.

Στὸ μεταξὺ ὁ Τσώκρης μὲ τὸν Ἀγαλλόπουλο καὶ τὸν Καριγιάννη, κατόπιν διαταγῆς τοῦ Κολοκοτρώνου, κατακαίουν τὰ σπαρτὰ καὶ τὶς τροφὲς τοῦ κάμπου, ἐκδιώκοντας τὴν προπομπὴ τῶν ἱππέων τοῦ Δράμαλη, ποὺ εἶχε ἤδη φθάσῃ στὸ Ἄργος.
Στὶς 10 Ἰουλίου τοῦ 1822, στὸ Ταβοῦλι, σὲ συμβούλιον ὁπλαρχηγῶν, ἀποφασίζεται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ κάμπος τοῦ Ἄργους γιὰ νὰ παγιδευθῇ ὁ ἐχθρός.
Διατάσσει τοὺς Πέτρο Βαρβιτσιώτη, Ἀντώνη Κουμουστιώτη Θοδωρῆ Ζαχαρόπουλο, μὲ διακοσίους ἄνδρες, νὰ καταλάβουν τὸ παλιόκαστρο τοῦ Ἄργους. Γιὰ νὰ κάμψῃ τὶς ἀντιῤῥήσεις τους καὶ νὰ τοὺς πείσῃ τοὺς δηλώνῃ: «Πηγαίνετε κι ἐγὼ σᾶς παίρνω στὸν λαιμό μου!»
Στέλνει τὸν Πάνο Κολοκοτρώνη νὰ καταλάβῃ τοὺς Μύλους, πρὸ κειμένου νὰ διατηρηθῇ ἡ θέσις σὲ Ἑλληνικὰ χέρια καὶ νὰ μποροῦν νὰ ἐπικοινωνήσουν διὰ θαλάσσης μὲ τὰ νησιά. Στοὺς Μύλους λίγο ἀργότερα κατέφθασαν ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ὁ Ὑψηλάντης κι ὁ Παναγιώτης Κρεββατᾶς, σχηματίζοντας πλέον κανονικὸ στρατόπεδον.

Πλαπούτας ἐστάλῃ ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνη στὸν Ἀκροκόρινθο, μὴ γνωρίζοντας ἀκόμη πὼς ἤδη εἶχε παραδοθῇ ἀμαχητὶ ἀπὸ τὸν Θεοδωρίδη. Κατόπιν μικρῶν συγκρούσεων κατέληξε στὸ χωριὸ Σχοινοχώρι μὲ στόχο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν προέλασιν τῶν Τούρκων ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο, πρὸς τὴν Τρίπολι. Ἀργότερα ἐστάλησαν ἐκεῖ, γιὰ νὰ τὸν ἐνισχύσουν, ὁ Σωτήρης Σαρατσόπουλος καὶ ὁ Γεώργιος Διαμαντόπουλος μὲ τριακοσίους πενῆντα ἄνδρες.

Στὸ Δερβενάκι  ἔστειλε τὸν Ἀντώνη Κολοκοτρώνη μὲ πεντακοσίους ἄνδρες κι ὁ ἴδιος ξεκίνησε γιὰ τὸν Ἅγιο  Γιώργη,  ὅπου ἄφησε τὸν Ἁλωνιστιώτη καὶ τὸν Δημητρακόπουλο, ὡς φρουρά.
Τὴν ἰδίαν ὥρα σὲ ὅλην τὴν Πελοπόννησο ἔστελνε δικούς του ἀνθρώπους γιὰ νὰ ἐμψυχώσουν τὸν πληθυσμὸ καὶ γιὰ νὰ στρατολογήσουν.
Ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο πιὰ ξεκίνησε  γιὰ τοὺς Μύλους, ὅπου ἔφθασε στὶς 17 Ἰουλίου, ἀπόλυτος κύριος τῆς καταστάσεως.

Κι ὁ Ὀδυσσεύς….
Ὁ Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος ὑπὸ διωγμόν… Μὰ τελικῶς ἐπάνω ἀπὸ τὴν πίκρα, τὴν ὀργή, τὴν ἀγανάκτησιν ἀπὸ τὴν ἀδικία, ἐπεκράτησε ἡ καρδιὰ τοῦ Ἕλληνος καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἀγνοήσῃ γιὰ λίγο τὰ ὅσα πολὺ μεθοδικῶς σχεδιάζοντο εἰς βάρος του. Ξανάπιασε τὰ ὅπλα, μόλις εἶδε τὰ στρατεύματα τοῦ Δράμαλη ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ κτυπήσῃ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἀποφασισμένος ἦταν ὅμως νὰ μὴν περάσῃ κάποιος ὀθωμανός, ὥς ἀρωγὸς τοῦ Δράμαλη, ἀπὸ τὸ στράτευμα τοῦ Χουρσῆτ πασσᾶ, ποὺ ἐστάθμευε στὴν Λάρισσα. Ἐτήρησε τὸν λόγο του ἔως τέλους. Παραμόνευε στὰ στενὰ τῆς Μεγαρίδος καὶ ἐμπόδιζε τὴν κάθοδο τοῦ Χουρσῆτ.

Ἡ φάκα γιὰ νὰ πιασθῇ ὁ «ποντικός» εἶχε στηθῇ.
Κι ὁ ποντικὸς στὶς 12 Ἰουλίου εἰσῆλθε στὸν κάμπο τοῦ Ἄργους. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα μόνον ἡ φραγμένη ἔξοδος θὰ τὸν ἀνέμενε νὰ τὸν ἀφανίσῃ…»

12 Ἰουλίου 1822. Ὁ Δράμαλης εἰσέρχεται στὸν κάμπο τοῦ Ἄργους.

Τὸ ἀναγκαῖον σκηνικόν, στὶς 17 Ἰουλίου, μὲ σκηνοθέτη τὸν Γέρο τοῦ Μοριᾶ, ἦταν πανέτοιμον.
Ἡ κορύφωσις αὐτοῦ συνέβη στὰ Δερβενάκια, μὲ ἐμπευστὴ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ σημαντικότερον πρωταγωνιστή, κατὰ κύριον, λόγο τὸν Νικηταρά, στὶς 26 Ἰουλίου τοῦ 1822, ὅταν οἱ ἐξηντλημένες στρατιὲς τοῦ Δράμαλη ἀπήλαυσαν τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ὁρμὴ τῶν, γιὰ τετρακόσια χρόνια ὑποδούλων τους.
Μία Μάχη σταθμός, ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα ἀποδεικνύει πὼς ἡ ξυπόλητος, ὁ ἡττημένος, ὁ ῥαγιᾶς δὲν χρειάζεται νὰ διαθέτῃ κάτι ἀπὸ τὰ ἀνίκητα ὅπλα τοῦ ἐχθροῦ, παρὰ μόνον τὴν ἀναγκαία θέλησιν καὶ τὸν σκοπό. Ὄταν ὑπάρχουν αὐτὰ τότε καὶ τὸ σθένος καὶ τὰ μέσα καὶ τὰ ἀπαιτούμενα ὅπλα ἀνευρίσκονται.

Φιλονόη

Πληροφορίες ἀπό:
«Ἀπομνημονεύματα περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως», Χρυσανθακόπουλος Φώτιος (Φωτάκος),
τὸ «Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις», Διονύσιος Κόκκινος.

εἰκόνα

Σχετικὰ μὲ τὸν συγγραφέα Φιλονόη Πόντου

Ἐλέγξτε ξανά

3 Ἰουλίου 1824. Ἡ πλιατσικολόγησις τῶν Ψαῤῥῶν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸ στόλο.

Ἀπὸ τὶς 20 Ἰουνίου (3 Ἰουλίου) τοῦ 1824 ὁ στόλος τοῦ Ἰμπραῆμ πασσᾶ, μὲ ἐπὶ ...

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: